δανείζομαι


δανείζομαι
[данизомэ] р. беру в долг

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δανείζομαι" в других словарях:

  • δανείζομαι — δανείζομαι, δανείστηκα, δανεισμένος βλ. πίν. 34 Σημειώσεις: δανείζομαι : χρησιμοποιείται μερικές φορές ως παθητικό του δανείζω (αυτά τα βιβλία δε δανείζονται) και άλλοτε με την έννοια → παίρνω κάποιο ξένο στοιχείο και το υιοθετώ (οι ευρωπαϊκές… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • δανείζομαι — δανείζω put out money at usury pres ind mp 1st sg δανεΐζομαι , δανείζω put out money at usury pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δανείζω — (AM δανείζω) [δάνειον] Ι. 1. δίνω χρήματα σε κάποιον ο οποίος είναι υποχρεωμένος να τά επιστρέψει, όσα πήρε ή με τόκο («τόν δάνεισα 10 χιλιάδες», «μηδὲ δανείζειν ἐπὶ τόκῳ») 2. δίνω κάτι δικό μου σε κάποιον για να τό χρησιμοποιήσει προσωρινά και… …   Dictionary of Greek

  • συνδανείζομαι — Α [δανείζομαι] συνάπτω πολλά συγχρόνως δάνεια, δανείζομαι από πολλούς ταυτόχρονα …   Dictionary of Greek

  • заемлю — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  глаг. (греч. δανείζομαι) занимаю, беру в долг.   … …   Словарь церковнославянского языка

  • заимствую — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}   (δανείζομαι) заимствую, беру …   Словарь церковнославянского языка

  • αλληλοδανείζομαι — άλλοτε δανείζω σε κάποιον και άλλοτε δανείζομαι από αυτόν. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλληλο * + δανείζω ( ομαι)] …   Dictionary of Greek

  • αναιρώ — ( έω) (Α ἀναιρῶ) 1. ανατρέπω επιχειρήματα ή κατηγορία, ανασκευάζω, αντικρούω 2. καταργώ, ακυρώνω, ανακαλώ 3. αθετώ, αρνούμαι 4. θανατώνω, φονεύω (ειδ. στα νεοελλ. «φονεύω απρομελέτητα σε βρασμό ψυχικής ορμής») αρχ. Ι. (ενεργ. και μέσ.) 1. σηκώνω… …   Dictionary of Greek

  • δάνεισμα — το (AM δάνεισμα) [δανείζω] ο δανεισμός αρχ. 1. η παροχή 2. φρ. «δάνεισμα ποιοῡμαι» δανείζομαι …   Dictionary of Greek

  • δανεικολογούμαι — και δανεικολογιέμαι δανείζομαι συχνά, καλύπτω τις ανάγκες μου με δάνεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < δανεικός + λογώ (πρβλ. δροσολογούμαι, παντρολογιέμαι, τσιμπολογώ)] …   Dictionary of Greek